Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Όταν κρατάς ντάμα κούπα κοίτα αδιάφορα και βήξε



Το να την αγγίζει ήταν σαν να διαβάζει πορνό με σύστημα Braille.
Η μυρωδιά της σαν σταγόνες από ταμπάσκο με γεύση αγγέλου και η όψη της σαν κομήτης που σταμάτησε να ανάψει τσιγάρο και κάνει τράκα φωτιά από τους ανυποψίαστους περαστικούς, ενώ η ουρά του καίγεται σαν την κόλαση.
Δεν ξέρω αν ήταν έρωτας αυτό που ένοιωθε. Πιο πολύ έμοιαζε με αντίδραση κλειστοφοβικής γάτας μέσα σε ασανσέρ που σταμάτησε ανάμεσα σε δυο ορόφους ή οπιομανή που του χύνεται η παχύρρευστη καφέ ουτοπία του στο πάτωμα πάνω σε ένα τρέμουλο της στέρησης.

Δε μπορούσε να χωρίσει από αυτήν. Ήταν εκτός τραπεζιού αυτό το ποντάρισμα. Σε ένα τραπέζι πόκερ μπορεί να χάσεις τα πάντα. Το σπίτι, το αυτοκίνητο σου, τι γυναίκα σου, την αξιοπρέπειά σου ακόμα και τη ζωή σου, αλλά δε μπορείς να χάσεις τα φύλλα που κρατάς. Τι μοναδική κλωστή που συνδέει τον παράδεισο και την κόλαση και εσύ να κάνεις ισορροπία εκεί σαν σαλτιμπάγκος.
Ήταν η τελευταία του ελπίδα, η μοναδική χαραμάδα ευτυχίας, η τελευταία σταγόνα γαλήνης στον πάτο του βαρελιού της απόγνωσης και αν την έχανε δε θα υπήρχε γυρισμός.

Σήμερα θα έσπαγε αυτή τη βάρβαρη εβδομαδιαία δίαιτα! Είχε πεθυμήσει μπέργκερ με μπέικον-τυρί-πίκλες πασαλειμμένο με κέτσαπ και καυτές πατάτες. Α, ξέχασα και ένα μεγάλο ποτήρι κόκα κόλα. Καθόλου ευφάνταστο θα μου πείτε. Κάθε 15χρονο από την Καλιφόρνια έως τι Μινεσότα τα έχει σίγουρα 3-4 φορές τη βδομάδα στο μενού του, αλλά δε βαριέσαι…οι μικρές χαρές δεν είναι αυτές που ομορφαίνουν τη ζωή;

Εκείνο το βράδυ το έφερνε ξανά και ξανά στο μυαλό του και κάθε φορά είχε μια νέα εκδοχή γι'αυτό. Καμιά φορά νόμιζε ότι την άκουσε να λέει “σ αγαπώ” λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, ή ότι τον κοίταζε με κατανόηση όσο αυτός τιναζόταν μανιασμένος στο δωμάτιο.
Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν εκείνο το κόκκινο στα χείλια και στα νύχια της. Πόσο τον ερέθιζε αυτό το κόκκινο…
Στο τέλος της νύχτας είχε πλημμυρίσει όλο το δωμάτιο και όλη την ψυχή του.

Αύριο θα την κοπάναγε μια και καλή από δω. Δεν παραπονιόταν συχνά, αλλά είχε ψιλοβαρεθεί. Δεν ήταν από τους τύπους που δένονται με ένα μέρος, ούτε χρειαζόταν το δικό του χώρο με όλα τα θλιβερά σουβενίρ ύπαρξης και ιδιοκτησίας για να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ανήκει κάπου. “Wherever I lay my head I call it home”…

Τριγύρισε μέρες μετά και έκανε κάμποσο να τη δει, έμαθε ότι τον έψαχναν κάποιοι να του μιλήσουν, αλλά δεν είχε όρεξη για κανένα. Πέρασε κάμποσα βράδια κάτω από τη γέφυρα στον αυτοκινητόδρομο 4 έξω από το Νιού Χαρμσάιρ και αργότερα τράβηξε για το Νότο. Ώσπου ένα πρωί ενώ ξυπνούσε σε ένα άθλιο μοτέλ, κάπου προς τον κόλπο του Μεξικού, σε ένα δωμάτιο με ξεφτισμένη ταπετσαρία που μύριζε φτηνή τεκίλα και άρωμα θηλυκού που πηδιόταν όλη τη νύχτα μα έφυγε βιαστικά λίγο πριν βγει ο ήλιος παίρνοντας ότι βρήκε από το κομοδίνο και το σακάκι του, σκέφτηκε ότι βαρέθηκε να σέρνεται από δω και από κει και γύρισε σπίτι να τα πει μια και καλή με αυτούς τους λακέδες που άκουγε πως ακόμα τον ζητούσαν και βέβαια να δει “εκείνη”.

Θα δενόταν δυνατά με τη ζώνη και θα έβαζε στα μάτια εκείνη τη μάσκα του ύπνου, όπως την πρώτη φορά που ανέβηκε σε αεροπλάνο και από το φόβο του είχε κατεβάσει 3 μπέρμπον σκέτα, παρ'όλες τις διαμαρτυρίες της αεροσυνοδού, και μια καρτέλα δραμαμίνες.
Έλεγε ότι είχε ξεπεράσει το φόβο του αν και του φαίνονταν αιώνες από τότε. Τουλάχιστον ακόμα ένιωθε γη κάτω από τα πόδια του.

Το μόνο που δε μπορούσε καθόλου ήταν το πρωινό ξύπνημα! Τι εκνευριστική
ανακάλυψη! Χάθηκε να πήγαινε όλος ο κόσμος 2 ώρες πίσω? Αν μπορούσε θα κατέβαινε μέχρι εκείνο το βουνό της Αφρικής, θα έπιανε από τα αχαμνά τον Άτλαντα και θα τα ζούλαγε μέχρι να γύρει λίγο τη γη, όσο χρειαζόταν για να αλλάξει η τροχιά της από τον ήλιο και να ξημερώνει δύο ώρες νωρίτερα. Έτσι και οι κουφιοκέφαλοι χαρτογιακάδες θα μπορούσαν να σηκώνονται χάραμα για να μη χάσουν κανα φτέρνισμα του Ντάου Τζόουνς και αυτός θα μπορούσε να προλάβει να ξυριστεί και να πλυθεί με την ησυχία του, μέχρι να περάσουν να τον πάρουν κατά τις 7.


Τι πολυκοσμία είναι αυτή! Πάλι καλά που δεν κρατάνε και αυτά τα άθλια ταμπελάκια με ονόματα όπως στο αεροδρόμιο Κένεντι, γαμημένοι αργόσχολοι τουρίστες. Τουλάχιστον κάθονταν και έκαναν ησυχία…
Άντε να τελειώνουμε σκέφτηκε, αυτοί μοιάζουν πιο φοβισμένοι από μένα, θα τους κάνω ένα μπου όπως θα το παίζω ήρεμος και θα χεστούνε πάνω τους!

Δε μπορούσε το υπεροπτικό βλέμμα αυτών των φλώρων με τα παχιά καπέλα που το έπαιζαν καμπόσοι στους επιβάτες μέσα στα μπλε καλοσιδερωμένα κουστούμια τους. Λες και αυτοί ήταν οι σταρ τις παράστασης! Σήμερα δεν είναι επιβάτης, θα είναι το αεροπλάνο.
Ηλίθιοι κομπάρσοι, δεν πιάνει μία ο πιλότος μπροστά στο αεροπλάνο. Ένα αεροπλάνο χωρίς πιλότο είναι «χαλαρό και δε βιάζεται να φύγει». Ένας πιλότος χωρίς αεροπλάνο είναι άλλος ένας άνεργος γαμιόλης που μπεκροπίνει και γκρινιάζει για το πώς πέρασαν οι καλές μέρες και προσπαθεί να ρίξει τριτοκλασάτες γκόμενες με ιστορίες για ταξίδια.

Είχε αράξει άνετα τουλάχιστον, είχε δέσει τις ζώνες του και φόραγε και τη μάσκα του ύπνου. “Ποιόν πρέπει να πηδήξω για ένα μπέρμπον” σκέφτηκε. Αλλά ακόμα και την ξύλινη μασέλα του Ουάσιγκτον να γαμούσε δε νομίζω ότι θα του εξασφάλιζε να του σερβίρουν ποτό. Ώρα για απογείωση. Άκουγε τις μηχανές να παίρνουν μπρος και τον κινητήρα να φορτίζει ενέργεια, ένιωσε το πηδάλιο να ανεβαίνει, τις λάμπες να τρεμοπαίζουν λίγο και ένα μικρό τίναγμα στο σώμα του…Αντίο ηλίθιοι, εύχομαι να τα πούμε σύντομα…κορόιδα!
Άδεια Creative Commons
Το Call me Switters από τον Thanos Liberopoulos διέπεται από την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported .