
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα χαλάκι πόρτας...
Από αυτά τα χνουδωτά που χαίρεσαι να τα πατάς και να τα ζουλάς και παρόλη την ταλαιπωρία που υπομένουν είναι πάντα γελαστά και καλόβολα (όσο μπορεί να είναι ένα χαλάκι!). Αυτό το χαλάκι λοιπόν, έστεκε και φρόντιζε για την καθαριότητα ενός σπιτιού, όπου μια οικογένεια με τον πατέρα, τη μητέρα και τα δυο τους παιδιά έμενε εδώ και κάμποσα χρόνια.
Στην αρχή, όταν πρωτομετακόμισαν εκεί, τα παιδιά ήταν σχεδόν μωρά ακόμα, αγόρασαν το χαλάκι από ένα κοντινό μαγαζί για να μην γεμίζουν λάσπες το σπίτι μετά το παιχνίδι τους στον κήπο. Η μητέρα βέβαια το έπλενε με το λάστιχο στον κήπο και ήταν πάντα σε καλή φόρμα ενώ όλοι σκούπιζαν τα πόδια τους ευγενικά και με προσοχή πάνω του. Ο πατέρας έφευγε το πρωί για τη δουλειά, και όλοι τον χαιρετούσε με ένα φιλί ενώ όταν γυρνούσε της έφερνε λουλούδια ή κάποιο δώρο στα παιδιά. Αυτά πήγαιναν χαρούμενα σχολείο χέρι χέρι, και τις Κυριακές όλοι μαζί πήγαιναν εκδρομή στο δάσος ή στη γιαγιά που έμενε μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά.
Το χαλάκι ήταν πολύ χαρούμενο που κάθε μέρα έβλεπε την οικογένεια ευτυχισμένη να τρίβει το πόδια της πάνω του ευγενικά και έτσι οι μέρες περνούσαν όμορφα και γαλήνια.
Με τον καιρό όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν στο σπίτι και το χαλάκι ήταν το πρώτο που το παρατήρησε, αφού βλέποντας τις μικρές καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής των ανθρώπων μπορείς να καταλάβεις πολλά για το πως αισθάνονται. Ο πατέρας το πρωί έφευγε βιαστικός, χωρίς φιλιά και γυρνούσε αργά εκνευρισμένος, η μητέρα εκεί που το έπλενε συχνά και το φρόντιζε, τώρα απλά το πετούσε στο πλυντήριο, ενώ τα παιδιά συχνά τσακώνονταν και δεν επέστρεφαν στην ώρα τους μετά το σχολείο, χώρια που οι κυριακάτικες εκδρομές είχαν μετατραπεί στο να φεύγει ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση μόνος του και όταν γυρνούσαν σκούπιζαν τα πόδια τους νευρικά ή καθόλου. Το χαλάκι στεναχωριόταν με όλα αυτά, που η πάλαι ποτέ χαρούμενη οικογένεια είχε φτάσει να μη μιλιέται, ενώ τσακωμοί και φωνές, όχι γελαστές όπως παλιά αλλά καβγάδων, όλο και πιο συχνά ακούγονταν από το σπίτι. Έτσι αποφάσισε να λάβει δράση, δεν μπορούσε να αντέξει αυτή την κατάσταση και μια μέρα ενώ μετά από άλλον ένα τσακωμό ο πατέρας έφευγε βιαστικά από το σπίτι, αυτό γλίστρησε κάτω από τα πόδια του και τον προσγείωσε φαρδύ-πλατύ στον κήπο να φωνάζει από τον πόνο!
Η οικογένεια βγήκε τρέχοντας και τον κουβάλησε στους ώμους μέχρι το νοσοκομείο.
Εκεί με αγωνία όλοι μαζί περίμεναν να βγει ο γιατρός να τους πει τι συμβαίνει και μόλις έμαθαν ότι απλά έχει σπάσει το πόδι του και έχει μια ελαφρά διάσειση, ένας μεγάλος αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε. Όμως θα έπρεπε για 3 βδομάδες θα να μείνει στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Έτσι όλες αυτές τις μέρες κάποιος περνούσε τα βράδια μαζί του και το πρωί οι υπόλοιποι έρχονταν φέρνοντας λουλούδια ή κάποιο δωράκι, ενώ κουβέντιαζαν ώρες ολόκληρες όλοι μαζί μαζεμένοι γύρο από το κρεβάτι.
Μέσα από όλα αυτά κατάλαβαν ότι σιγά σιγά έχασαν τη ζεστασιά και την χαρά να είναι ενωμένοι και μαζί, στα χαρούμενα και στα δύσκολα. Ενώ τη μέρα που γύρισαν μαζί με τον πατέρα σπίτι και περνούσαν την πόρτα σκουπίζοντας τα πόδια τους υποσχέθηκαν να μείνουν για πάντα έτσι και καθώς ένας ένας περνούσαν μέσα κοίταζαν το χαλάκι λες και είχαν συνωμοτήσει μαζί του, με μια περίεργη ευγνωμοσύνη να φέγγει στα πρόσωπά τους.
Το χαλάκι (το οποίο αν δεν ήταν απλωμένο σε 2 διαστάσεις θα φούσκωνε από περηφάνια) χαρούμενο συνέχισε να είναι ο συνδετικός κρίκος τους σπιτιού και του έξω κόσμου για αυτή την οικογένεια που ήταν πάλι ευτυχισμένη.
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…